Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου.1971-2021. Μισός αιώνας θέατρο, Ένας κόσμος ολόκληρος

34 __ 35 ρύτητας. Καλλιτεχνικές παρεμβάσεις όπως η ίδρυση της Πειρα- ματικής Σκηνής (κεφ. 2.9, Άντης Παρτζίλης), της Δεύτερης (αργό- τερα Νέας) Σκηνής (κεφ. 2.10, Μαρίνα Μαλένη) και της Παιδικής Σκηνής, που το 2012 μετονομάστηκε σε Σκηνή 018, ενσωματώνο- ντας την Παιδική, τη Νεανική Σκηνή και το Θέατρο Βαλίτσα (κεφ. 2.14, Χριστάκης Χριστοφή), διεύρυναν τους ρεπερτοριακούς — και όχι μόνο — ορίζοντες του Οργανισμού. Θεσμικές μεταρρυθμί- σεις όπως η κατάργηση του μόνιμου θιάσου και η πρόσληψη καλλιτεχνικού διευθυντή το 2017 (κεφ. 2.13, Γιάννης Τουμαζής) εκμοντέρνισαν τη λειτουργία του ΘΟΚ σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Τα Βραβεία ΘΟΚ προσέφεραν αναγνώριση με επίσημη κρατική σφραγίδα στους εγχώριους δημιουργούς (κεφ. 2.16, Μαρία Ευσταθίου), ενώ η ένταξη του ΘΟΚ στη Σύνοδο των Θεάτρων της Ευρώπης (ETC/European Theatre Convention), της οποίας υπήρξε μέλος από το 2005 – 2015 και ξανά από το 2019 μέχρι σήμερα, διατηρεί τον Οργανισμό σε συνεχή επικοινωνία με τις διεθνείς εξελίξεις (κεφ. 2.15, Χριστάκης Χριστοφή). Στο κεφάλαιο 3 σκιαγραφούνται από τους Γιώργο Σαββινίδη, Κυριακή Α. Ιωαννίδου και Αντώνη Κ. Πετρίδη τα πορτρέτα σαράν - τα έξι ανθρώπων που συνέδεσαν το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος της μακράς τους διαδρομής με τον ΘΟΚ. Στον κατάλογο περιλαμ - βάνονται κυρίως καλλιτεχνικοί παράγοντες (σκηνοθέτες, ηθο- ποιοί, σκηνογράφοι, ενδυματολόγοι, μουσικοί, μεταφραστές), άνδρες και γυναίκες που έθεσαν τα θεμέλια του Οργανισμού και συνδημιούργησαν τις σπουδαιότερες παραγωγές του. Τιμής ένεκεν, όμως, σε αυτό το «ηρώον» περιλαμβάνονται ακόμη ο Παναγιώτης Σέργης, αφού, όπως εύστοχα γράφει ο Γιώργος Σαββινίδης, σε αυτόν «το κρατικό θέατρο της Κύπρου οφείλει την ύπαρξή του και η πολιτιστική πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας τα θεμέλιά της», και ο Ανδρέας Χριστοφίδης, που συνέδεσε αρχικά το όνομά του με το Θεατράκι του ΡΙΚ, τη μήτρα από την οποία ξεπήδησε ο ΘΟΚ, και αργότερα ανέλαβε τα ηνία του Οργανισμού ως πρόεδρος του Δ. Σ. το 1976 –’81, «την κρίσιμη περίοδο μετά τον πόλεμο που ο ΘΟΚ έκανε τα πιο γενναία του καλλιτεχνικά βήματα». Στο Β´ Μέρος του βιβλίου (κεφάλαια 4 – 8) εκτίθενται συνθετικά οι ρεπερτοριακές επιλογές του ΘΟΚ με βάση αδρές κατηγοριο- ποιήσεις (αρχαίο δράμα, νεοελληνικό έργο, ξένο ρεπερτόριο, κυπριακή δραματουργία, παιδικό-εφηβικό θέατρο). Οι παραγωγές αρχαίου δράματος, που εξετάζονται στο κεφάλαιο 4 από την Κυριακή Α. Ιωαννίδου, υπήρξαν ένας από τους ιδρυτι- κούς στόχους του Οργανισμού και ένας από τους τομείς στους οποίους ο ΘΟΚ διακρίθηκε όλως ιδιαιτέρως. Από τον Αγαμέμνονα του 1971 μέχρι και τους Αχαρνείς του 2020, με πρωτεργάτες μεγά - λες μορφές όπως ο Εύης Γαβριηλίδης και ο Νίκος Χαραλάμπους, ο ΘΟΚ αφομοίωσε δημιουργικά τις επιρροές κυρίως του Εθνικού Θεάτρου και του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, καταφέρ- νοντας να διαμορφώσει ιδιαίτερο στίγμα τόσο στην τραγωδία όσο και στην κωμωδία, με ορισμένες από τις παραστάσεις του να φιγουράρουν ανάμεσα στις κορυφαίες παραγωγές στην ιστο- ρία των Επιδαυρίων. Το ξένο ρεπερτόριο του ΘΟΚ, που αντιστοιχεί περίπου στο 50% των παραγωγών του, αποτελεί το θέμα του κεφαλαίου 5, το οποίο υπογράφει η Μαρία Χαμάλη-Πατέρα. Το κεφάλαιο εξετάζει τις βα σικές παραμέτρους των παραστάσεων (συγγραφείς, σκηνο- θέτες, χονδρικές ειδολογικές κατηγορίες, σκηνές κ.τ.ό.) και κα- ταδεικνύει μια βασική τάση στις ρεπερτοριακές επιλογές: την προτίμηση του Οργανισμού από τη δεκαετία του 1990 και εξής στο ρεπερτόριο του 20ού και του 21ου αιώνα, σε αντίθεση με την κυριαρχία του «κλασικού» έργου κατά τις πρώτες δύο δεκαετίες της λειτουργίας του. Η Χαμάλη-Πατέρα τονίζει επίσης την ιδιαί- τερη προσφορά των «μικρών» σκηνών του ΘΟΚ, της ΔεύτερηςΝέας Σκηνής, της Πειραματικής Σκηνής και του Θεάτρου Αποθή- κες ΘΟΚ, στην καλλιέργεια των πιο πρωτοποριακών τάσεων στην προσέγγιση, κυρίως, του διεθνούς ρεπερτορίου. Η πρόσληψη του νεοελληνικού θεατρικού έργου στη σκηνή του ΘΟΚ — συνολικά, «εβδομήντα έξι παραγωγές από σαράντα οκτώ συγγραφείς σε σαράντα πέντε θεατρικές περιόδους» — συνοψίζεται στο κεφάλαιο 6 από την Κυριακή Αργυρού. Όπως σημειώνει η συγγραφέας, οι νεοελληνικές παραγωγές αποτελούν μεν κλά- σμα των παραστάσεων του ΘΟΚ, ίσως μικρότερο του αναμενομένου, «πλην όμως το φάσμα των έργων που επιλέχτηκαν είναι πλατύ, ποικίλο και προσιτό στο κοινό», ενώ «αρκετές από τις παρα στάσεις νεοελληνικών έργων συνιστούν μείζονες σταθμούς στην ιστορία του Οργανισμού». Η Αργυρού εξετάζει το νεοελλη- νικό ρεπερτόριο με βάση τους συγγραφείς και τη χρονολογική τοποθέτησή τους στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου (με - τεπαναστατικό, προπολεμικό, μεσοπολεμικό, μεταπολεμικό, σύγ- χρονο θέατρο· ειδική αναφορά, εκτός χρονολογικής περιοδίκευσης, γίνεται στην κατηγορία των θεατρικών διασκευών λογοτεχνικών έργων και κινηματογραφικών σεναρίων, στην οποία επιδόθηκε και διακρίθηκε ιδιαίτερα ο Οργανισμός). Το κεφάλαιο 7, γραμμένο από τον Λεωνίδα Γαλάζη, επισκοπεί τη θέση της κυπριακής δραματουργίας στο ρεπερτόριο του ΘΟΚ. Η παρουσίαση και προβολή (και) Κύπριων συγγραφέων αποτελούσε μία από τις βασικές πρόνοιες του ιδρυτικού νόμου του ΘΟΚ. Στα πενήντα χρόνια της λειτουργίας του Οργανισμού, από τη Θεανώ του Μιχάλη Πιτσιλλίδη (1973) έως το Σε κρίσιμη κατάσταση του Αντώνη Γεωργίου (2021), ανέβηκαν πενήντα επτά θε- ατρικά έργα γραμμένα από τριάντα και πλέον Κύπριους θεατρι- κούς συγγραφείς, τόσο στη νεοελληνική κοινή όσο και στην κυπριακή διάλεκτο, «με εμφανή προτίμηση», κατά τις πρώτες τρεις δεκαετίες, «στην ηθογραφία, στο ιστορικό δράμα και στα θεατρικά κείμενα με κοινωνική θεματική, ενώ λιγότερα είναι τα έργα που θα μπορούσαν να ενταχθούν στο ψυχογραφικό δράμα». Από τη δεκαετία του 2000 και εξής (με ακόμη μεγαλύτερη ώθηση τη δεκαετία του 2010, χάρη στη σύμπραξη με το ΚΚΔΙΘ και το πρόγραμμα Play) το κυπριακό δράμα στον ΘΟΚ στρέφεται προς πιο σύγχρονες και ενίοτε τολμηρές θεματικές. Αναδρομή, τέλος, στις πρωτοπόρες επιδόσεις του ΘΟΚ και στο παιδικό-εφηβικό θέατρο επιχειρεί το κεφάλαιο 8 της Στέλιας Δη- μητρίου. Η Δημητρίου εξετάζει το σχετικό ρεπερτόριο του Οργανισμού ανά δεκαετία, αρχής γενομένης από την ίδρυση της Παιδι- κής Σκηνής το 1976. «Κατά τις σαράντα πέντε θεατρικές περιόδους της ενεργού δράσης της», σημειώνει η συγγραφέας, η Παιδική Σκηνή του ΘΟΚ «έχει ανεβάσει περί τις ογδόντα πέντε συνολικά παραγωγές με έργα παγκόσμιου, νεοελληνικού και εγχώριου ρε- περτορίου, βασισμένα ενίοτε σε κλασικά ή σύγχρονα θεατρικά έργα, ή ακόμα και σε διασκευασμένα λογοτεχνικά κείμενα, δίνο- ντας παραστάσεις συμβατικού θεάτρου, κουκλοθεάτρου, θεάτρου σκιών και μιούζικαλ, που απευθύνονται τόσο στο παιδικό όσο και στο εφηβικό και το νεανικό θεατρικό κοινό» και υλοποιώντας με επιτυχία «τις τρεις ευρείες τάσεις που αφορούν το παιδικό θέ- ατρο, παρέχοντας εμπειρίες από παραστάσεις θεάτρου “φαντασίας”, “αισθητικής παιδείας” και “κοινωνικής διαπαιδαγώγησης”». Στο Γ´ Μέρος του βιβλίου συγκεντρώνονται στοιχεία για τη δράση του ΘΟΚ ως του κατεξοχήν παράγοντα θεατρικής ανάπτυξης

RkJQdWJsaXNoZXIy MTUzMzM1NQ==